だつぶんきょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποπόλωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
脱分極する
Παρόν (ευγενικό)
脱分極します
Άρνηση (απλή)
脱分極しない
Άρνηση (ευγενική)
脱分極しません
Παρελθόν (απλό)
脱分極した
Παρελθόν (ευγενικό)
脱分極しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脱分極しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脱分極しませんでした
Τε-μορφή
脱分極して
Δυνητική
脱分極できる
Προστακτική
脱分極しろ
Βουλητική
脱分極しよう
Υποθετική (ば)
脱分極すれば