脱帽
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκάλυψη της κεφαλής, βγάλσιμο του καπέλου
- 02 θαυμασμός για κάποιον, αναγνώριση της αξίας κάποιου, βγάζω το καπέλο σε κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 脱帽する
- Παρόν (ευγενικό)
- 脱帽します
- Άρνηση (απλή)
- 脱帽しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 脱帽しません
- Παρελθόν (απλό)
- 脱帽した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 脱帽しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 脱帽しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 脱帽しませんでした
- Τε-μορφή
- 脱帽して
- Δυνητική
- 脱帽できる
- Προστακτική
- 脱帽しろ
- Βουλητική
- 脱帽しよう
- Υποθετική (ば)
- 脱帽すれば
- Υποθετική (たら)
- 脱帽したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 脱帽したい
- Απαγορευτική (~な)
- 脱帽するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 脱帽しなさい
- Παθητική
- 脱帽される
- Αιτιατική
- 脱帽させる