だっちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσάρτηση και αποσύνδεση, φόρεμα και βγάλσιμο, εγκατάσταση και αφαίρεση
  2. 02 εκρόφηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
脱着する
Παρόν (ευγενικό)
脱着します
Άρνηση (απλή)
脱着しない
Άρνηση (ευγενική)
脱着しません
Παρελθόν (απλό)
脱着した
Παρελθόν (ευγενικό)
脱着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脱着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脱着しませんでした
Τε-μορφή
脱着して
Δυνητική
脱着できる
Προστακτική
脱着しろ
Βουλητική
脱着しよう
Υποθετική (ば)
脱着すれば