だっせん

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκτροχιασμός
  2. 02 παρέκβαση, παρέκκλιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
脱線する
Παρόν (ευγενικό)
脱線します
Άρνηση (απλή)
脱線しない
Άρνηση (ευγενική)
脱線しません
Παρελθόν (απλό)
脱線した
Παρελθόν (ευγενικό)
脱線しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脱線しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脱線しませんでした
Τε-μορφή
脱線して
Δυνητική
脱線できる
Προστακτική
脱線しろ
Βουλητική
脱線しよう
Υποθετική (ば)
脱線すれば