だつらく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκατάλειψη, οπισθοχώρηση, απομάκρυνση, λιποταξία
  2. 02 παράλειψη, έλλειψη, απολεσθέν μέρος
  3. 03 πτώση, αποκόλληση, αποβολή

Κλίση

Παρόν (απλό)
脱落する
Παρόν (ευγενικό)
脱落します
Άρνηση (απλή)
脱落しない
Άρνηση (ευγενική)
脱落しません
Παρελθόν (απλό)
脱落した
Παρελθόν (ευγενικό)
脱落しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脱落しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脱落しませんでした
Τε-μορφή
脱落して
Δυνητική
脱落できる
Προστακτική
脱落しろ
Βουλητική
脱落しよう
Υποθετική (ば)
脱落すれば