だつきんだい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομοντερνισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
脱近代化する
Παρόν (ευγενικό)
脱近代化します
Άρνηση (απλή)
脱近代化しない
Άρνηση (ευγενική)
脱近代化しません
Παρελθόν (απλό)
脱近代化した
Παρελθόν (ευγενικό)
脱近代化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脱近代化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脱近代化しませんでした
Τε-μορφή
脱近代化して
Δυνητική
脱近代化できる
Προστακτική
脱近代化しろ
Βουλητική
脱近代化しよう
Υποθετική (ば)
脱近代化すれば