ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο ανατομή, νεκροψία, ιατροδικαστική εξέταση
  2. 02 ανάλυση, διάσπαση (π.χ. ενός προβλήματος), τακτοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
腑分けする
Παρόν (ευγενικό)
腑分けします
Άρνηση (απλή)
腑分けしない
Άρνηση (ευγενική)
腑分けしません
Παρελθόν (απλό)
腑分けした
Παρελθόν (ευγενικό)
腑分けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腑分けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腑分けしませんでした
Τε-μορφή
腑分けして
Δυνητική
腑分けできる
Προστακτική
腑分けしろ
Βουλητική
腑分けしよう
Υποθετική (ば)
腑分けすれば