うでがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βελτιώνομαι, αποκτώ μεγαλύτερη επιδεξιότητα, παρουσιάζω πρόοδο

Κλίση

Παρόν (απλό)
腕が上がる
Παρόν (ευγενικό)
腕が上がります
Άρνηση (απλή)
腕が上がらない
Άρνηση (ευγενική)
腕が上がりません
Παρελθόν (απλό)
腕が上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
腕が上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腕が上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腕が上がりませんでした
Τε-μορφή
腕が上がって
Δυνητική
腕が上がれる
Προστακτική
腕が上がれ
Βουλητική
腕が上がろう
Υποθετική (ば)
腕が上がれば