うでわれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αναγνωρίζεται η ικανότητά κάποιου από άλλους, εκτιμάται κάποιος για τις δεξιότητές του

Κλίση

Παρόν (απλό)
腕を買われる
Παρόν (ευγενικό)
腕を買われます
Άρνηση (απλή)
腕を買われない
Άρνηση (ευγενική)
腕を買われません
Παρελθόν (απλό)
腕を買われた
Παρελθόν (ευγενικό)
腕を買われました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腕を買われなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腕を買われませんでした
Τε-μορφή
腕を買われて
Δυνητική
腕を買われられる
Προστακτική
腕を買われろ
Βουλητική
腕を買われよう
Υποθετική (ば)
腕を買われれば