腰こし

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ごし , こし

  1. 01 μέση, οσφυϊκή χώρα, γοφοί
  2. 02 ποιότητα υφής, ελαστικότητα, σφριγηλότητα (π.χ. μαλλιών, ζυμαρικών, χαρτιού)

Παραδείγματα

  • 腰こしが痛いたいです。

    Με πονάει η μέση μου.

  • 椅子いすに腰こしを下おろしました。

    Κάθισα στην καρέκλα.

  • 彼かれはどんなに偉えらくなっても、腰こしが低ひくくて素晴すばらしい人ひとです。

    Όσο επιτυχημένος κι αν γίνει, παραμένει ένας υπέροχος, ταπεινός άνθρωπος.