こしかる

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρόθυμος να εργαστεί, ευκίνητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
腰の軽い
Παρόν (ευγενικό)
腰の軽いです
Άρνηση (απλή)
腰の軽くない
Άρνηση (ευγενική)
腰の軽くないです
Παρελθόν (απλό)
腰の軽かった
Παρελθόν (ευγενικό)
腰の軽かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腰の軽くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腰の軽くなかったです
Τε-μορφή
腰の軽くて
Υποθετική (ば)
腰の軽ければ