腰を上げる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σηκώνομαι (από καθιστή θέση), ορθώνομαι
- 02 ιδιωματισμός ξεκινώ επιτέλους να κάνω κάτι, παίρνω πρωτοβουλία, κινητοποιούμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 腰を上げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 腰を上げます
- Άρνηση (απλή)
- 腰を上げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 腰を上げません
- Παρελθόν (απλό)
- 腰を上げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 腰を上げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 腰を上げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 腰を上げませんでした
- Τε-μορφή
- 腰を上げて
- Δυνητική
- 腰を上げられる
- Προστακτική
- 腰を上げろ
- Βουλητική
- 腰を上げよう
- Υποθετική (ば)
- 腰を上げれば
- Υποθετική (たら)
- 腰を上げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 腰を上げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 腰を上げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 腰を上げなさい
- Παθητική
- 腰を上げられる
- Αιτιατική
- 腰を上げさせる