こしかす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παθαίνω εξάρθρημα στη μέση μου
  2. 02 μένω άναυδος από τον φόβο ή την έκπληξη (σε σημείο που δεν μπορώ να σταθώ όρθιος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
腰を抜かす
Παρόν (ευγενικό)
腰を抜かします
Άρνηση (απλή)
腰を抜かさない
Άρνηση (ευγενική)
腰を抜かしません
Παρελθόν (απλό)
腰を抜かした
Παρελθόν (ευγενικό)
腰を抜かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腰を抜かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腰を抜かしませんでした
Τε-μορφή
腰を抜かして
Δυνητική
腰を抜かせる
Προστακτική
腰を抜かせ
Βουλητική
腰を抜かそう
Υποθετική (ば)
腰を抜かせば