こしける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάθομαι, παίρνω θέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
腰を掛ける
Παρόν (ευγενικό)
腰を掛けます
Άρνηση (απλή)
腰を掛けない
Άρνηση (ευγενική)
腰を掛けません
Παρελθόν (απλό)
腰を掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
腰を掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腰を掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腰を掛けませんでした
Τε-μορφή
腰を掛けて
Δυνητική
腰を掛けられる
Προστακτική
腰を掛けろ
Βουλητική
腰を掛けよう
Υποθετική (ば)
腰を掛ければ