こしける

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάθομαι

Παραδείγματα

  • 椅子いす腰掛こしかける

    Κάθομαι στην καρέκλα.

  • 公園こうえんのベンチに腰掛こしかけてほんみました。

    Έκατσα στο παγκάκι του πάρκου και διάβασα ένα βιβλίο.

  • つかれていたので、電車でんしゃいているせき腰掛こしかけ、一息ひといきつきました。

    Ήμουν κουρασμένος, οπότε κάθισα σε μια άδεια θέση στο τρένο και πήρα μια ανάσα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
腰掛ける
Παρόν (ευγενικό)
腰掛けます
Άρνηση (απλή)
腰掛けない
Άρνηση (ευγενική)
腰掛けません
Παρελθόν (απλό)
腰掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
腰掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腰掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腰掛けませんでした
Τε-μορφή
腰掛けて
Δυνητική
腰掛けられる
Προστακτική
腰掛けろ
Βουλητική
腰掛けよう
Υποθετική (ば)
腰掛ければ