わた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκσπλαχνισμός (ειδικά ψαριού), εκσπλαχνισμένο ψάρι

Κλίση

Παρόν (απλό)
腸抜きする
Παρόν (ευγενικό)
腸抜きします
Άρνηση (απλή)
腸抜きしない
Άρνηση (ευγενική)
腸抜きしません
Παρελθόν (απλό)
腸抜きした
Παρελθόν (ευγενικό)
腸抜きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腸抜きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腸抜きしませんでした
Τε-μορφή
腸抜きして
Δυνητική
腸抜きできる
Προστακτική
腸抜きしろ
Βουλητική
腸抜きしよう
Υποθετική (ば)
腸抜きすれば