はら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θυμώνω, προσβάλλομαι, παρεξηγούμαι, οργίζομαι, γίνομαι έξαλλος

Παραδείγματα

  • そのはなしいて、はらった

    Θύμωσα ακούγοντας αυτή την ιστορία.

  • 約束やくそくやぶられたとき、とてもはらちました

    Όταν αθετήθηκε η υπόσχεση, θύμωσα πολύ.

  • 何度なんどったのに理解りかいしようとしないかれ態度たいどには、はらどころか、あきれてものがえません。

    Τη στάση του να μην προσπαθεί να καταλάβει παρόλο που του το είπα πολλές φορές, όχι μόνο με θυμώνει αλλά με αφήνει και άφωνο από αγανάκτηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
腹が立つ
Παρόν (ευγενικό)
腹が立ちます
Άρνηση (απλή)
腹が立たない
Άρνηση (ευγενική)
腹が立ちません
Παρελθόν (απλό)
腹が立った
Παρελθόν (ευγενικό)
腹が立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腹が立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腹が立ちませんでした
Τε-μορφή
腹が立って
Δυνητική
腹が立てる
Προστακτική
腹が立て
Βουλητική
腹が立とう
Υποθετική (ば)
腹が立てば