はら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπράττω σεπούκου, διαπράττω χαρακίρι
  2. 02 ιδιωματισμός αναλαμβάνω την ευθύνη (και παραιτούμαι)
  3. 03 ιδιωματισμός αρχαϊκό ξεκαρδίζομαι στα γέλια

Κλίση

Παρόν (απλό)
腹を切る
Παρόν (ευγενικό)
腹を切ります
Άρνηση (απλή)
腹を切らない
Άρνηση (ευγενική)
腹を切りません
Παρελθόν (απλό)
腹を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
腹を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腹を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腹を切りませんでした
Τε-μορφή
腹を切って
Δυνητική
腹を切れる
Προστακτική
腹を切れ
Βουλητική
腹を切ろう
Υποθετική (ば)
腹を切れば