はらえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός παίρνω μια απόφαση, αποφασίζω
  2. 02 ιδιωματισμός ηρεμώ, δείχνω υπομονή, υπομένω

Κλίση

Παρόν (απλό)
腹を据える
Παρόν (ευγενικό)
腹を据えます
Άρνηση (απλή)
腹を据えない
Άρνηση (ευγενική)
腹を据えません
Παρελθόν (απλό)
腹を据えた
Παρελθόν (ευγενικό)
腹を据えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
腹を据えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
腹を据えませんでした
Τε-μορφή
腹を据えて
Δυνητική
腹を据えられる
Προστακτική
腹を据えろ
Βουλητική
腹を据えよう
Υποθετική (ば)
腹を据えれば