膝をつく
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πέφτω στα γόνατα, γονατίζω (π.χ. για να δείξω σεβασμό)
Παραδείγματα
-
子供は膝をついた。
Το παιδί γονάτισε.
-
彼女は疲れて地面に膝をついた。
Ήταν κουρασμένη και έπεσε στα γόνατα στο έδαφος.
-
その武士は主君の前で恭しく膝をつき、忠誠を誓った。
Ο σαμουράι γονάτισε με σεβασμό μπροστά στον άρχοντά του και ορκίστηκε πίστη.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 膝をつく
- Παρόν (ευγενικό)
- 膝をつきます
- Άρνηση (απλή)
- 膝をつかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 膝をつきません
- Παρελθόν (απλό)
- 膝をついた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 膝をつきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 膝をつかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 膝をつきませんでした
- Τε-μορφή
- 膝をついて
- Δυνητική
- 膝をつける
- Προστακτική
- 膝をつけ
- Βουλητική
- 膝をつこう
- Υποθετική (ば)
- 膝をつけば
- Υποθετική (たら)
- 膝をついたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 膝をつきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 膝をつくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 膝をつきなさい
- Παθητική
- 膝をつかれる
- Αιτιατική
- 膝をつかせる