ひざ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκφράζω ξαφνική αναγνώριση και εντυπωσιασμό, χτυπάω το γόνατό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
膝を打つ
Παρόν (ευγενικό)
膝を打ちます
Άρνηση (απλή)
膝を打たない
Άρνηση (ευγενική)
膝を打ちません
Παρελθόν (απλό)
膝を打った
Παρελθόν (ευγενικό)
膝を打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
膝を打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
膝を打ちませんでした
Τε-μορφή
膝を打って
Δυνητική
膝を打てる
Προστακτική
膝を打て
Βουλητική
膝を打とう
Υποθετική (ば)
膝を打てば