こうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκόλληση, προσκόλληση
  2. 02 αδιέξοδο, τέλμα, στασιμότητα
  3. 03 συγκόλληση

Κλίση

Παρόν (απλό)
膠着する
Παρόν (ευγενικό)
膠着します
Άρνηση (απλή)
膠着しない
Άρνηση (ευγενική)
膠着しません
Παρελθόν (απλό)
膠着した
Παρελθόν (ευγενικό)
膠着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
膠着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
膠着しませんでした
Τε-μορφή
膠着して
Δυνητική
膠着できる
Προστακτική
膠着しろ
Βουλητική
膠着しよう
Υποθετική (ば)
膠着すれば