ふくらます

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φουσκώνω, διογκώνω, διαστέλλω

Κλίση

Παρόν (απλό)
膨らます
Παρόν (ευγενικό)
膨らまします
Άρνηση (απλή)
膨らまさない
Άρνηση (ευγενική)
膨らましません
Παρελθόν (απλό)
膨らました
Παρελθόν (ευγενικό)
膨らましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
膨らまさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
膨らましませんでした
Τε-μορφή
膨らまして
Δυνητική
膨らませる
Προστακτική
膨らませ
Βουλητική
膨らまそう
Υποθετική (ば)
膨らませば