膨ふくれ上あがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φουσκώνω, εξογκώνομαι
  2. 02 διογκώνομαι (για προϋπολογισμό, πληθυσμό κ.λπ.), αυξάνομαι σημαντικά, εκτοξεύομαι

Παραδείγματα

  • パンが膨ふくれ上あがった。

    Το ψωμί φούσκωσε.

  • 予算よさんが膨ふくれ上あがり、計画けいかくの見直みなおしが必要ひつようだ。

    Ο προϋπολογισμός έχει εκτοξευθεί, οπότε πρέπει να αναθεωρήσουμε το σχέδιο.

  • 問題もんだいをそのままにしておくと、いつか手てのつけられないほどに膨ふくれ上あがってしまうだろう。

    Αν αφήσουμε το πρόβλημα ως έχει, κάποια στιγμή θα διογκωθεί τόσο πολύ που δεν θα μπορούμε να το διαχειριστούμε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
膨れ上がる
Παρόν (ευγενικό)
膨れ上がります
Άρνηση (απλή)
膨れ上がらない
Άρνηση (ευγενική)
膨れ上がりません
Παρελθόν (απλό)
膨れ上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
膨れ上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
膨れ上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
膨れ上がりませんでした
Τε-μορφή
膨れ上がって
Δυνητική
膨れ上がれる
Προστακτική
膨れ上がれ
Βουλητική
膨れ上がろう
Υποθετική (ば)
膨れ上がれば