おくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διστάζω, νιώθω δειλός

Κλίση

Παρόν (απλό)
臆する
Παρόν (ευγενικό)
臆します
Άρνηση (απλή)
臆しない
Άρνηση (ευγενική)
臆しません
Παρελθόν (απλό)
臆した
Παρελθόν (ευγενικό)
臆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
臆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
臆しませんでした
Τε-μορφή
臆して
Δυνητική
臆できる
Προστακτική
臆しろ
Βουλητική
臆しよう
Υποθετική (ば)
臆すれば