臥し転ぶ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πέφτω και κυλιέμαι, στριφογυρίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 臥し転ぶ
- Παρόν (ευγενικό)
- 臥し転びます
- Άρνηση (απλή)
- 臥し転ばない
- Άρνηση (ευγενική)
- 臥し転びません
- Παρελθόν (απλό)
- 臥し転んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 臥し転びました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 臥し転ばなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 臥し転びませんでした
- Τε-μορφή
- 臥し転んで
- Δυνητική
- 臥し転べる
- Προστακτική
- 臥し転べ
- Βουλητική
- 臥し転ぼう
- Υποθετική (ば)
- 臥し転べば
- Υποθετική (たら)
- 臥し転んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 臥し転びたい
- Απαγορευτική (~な)
- 臥し転ぶな
- Προστακτική (ευγενική)
- 臥し転びなさい
- Παθητική
- 臥し転ばれる
- Αιτιατική
- 臥し転ばせる