ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: がす

  1. 01 ξαπλώνω (στο κρεβάτι), αποσύρομαι (για ύπνο), κατακλίνομαι (λόγω ασθένειας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
臥す
Παρόν (ευγενικό)
臥します
Άρνηση (απλή)
臥さない
Άρνηση (ευγενική)
臥しません
Παρελθόν (απλό)
臥した
Παρελθόν (ευγενικό)
臥しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
臥さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
臥しませんでした
Τε-μορφή
臥して
Δυνητική
臥せる
Προστακτική
臥せ
Βουλητική
臥そう
Υποθετική (ば)
臥せば