しゅせいさく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεξάρτητη παραγωγή (π.χ. μιας ταινίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
自主制作する
Παρόν (ευγενικό)
自主制作します
Άρνηση (απλή)
自主制作しない
Άρνηση (ευγενική)
自主制作しません
Παρελθόν (απλό)
自主制作した
Παρελθόν (ευγενικό)
自主制作しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自主制作しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自主制作しませんでした
Τε-μορφή
自主制作して
Δυνητική
自主制作できる
Προστακτική
自主制作しろ
Βουλητική
自主制作しよう
Υποθετική (ば)
自主制作すれば