ぶんちから

άλλο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσωπική δύναμη ή προσπάθεια, από μόνος του

Παραδείγματα

  • 子供こども自分じぶんちからふくた。

    Το παιδί ντύθηκε μόνο του.

  • かれ自分じぶんちからだけで、そのプロジェクトを成功せいこうさせた。

    Αυτός ολοκλήρωσε το έργο αποκλειστικά με τις δικές του δυνάμεις.

  • どんな困難こんなん状況じょうきょう直面ちょくめんしても、自分じぶんちからしんじ、あきらめずにまえすすむことが大切たいせつだ。

    Όσο δύσκολη κι αν είναι η κατάσταση που αντιμετωπίζεις, είναι σημαντικό να πιστεύεις στις δυνάμεις σου και να προχωράς χωρίς να το βάζεις κάτω.