自じ分ぶん勝かっ手て

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός εγωισμός, αυθαιρεσία, εγωκεντρισμός, χωρίς διαβούλευση, ενεργώ κατά βούληση, οικειοθελώς

Παραδείγματα

  • 自分勝手じぶんかってなことはやめよう。

    Ας σταματήσουμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε.

  • 自分勝手じぶんかってな行動こうどうは、周まわりの人ひとに迷惑めいわくをかけることがある。

    Το να ενεργεί κανείς αυθαίρετα μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στους γύρω του.

  • 彼かれの自分勝手じぶんかってな振ふる舞まいには、いつも困こまらされていて、もう少し周まわりのことを考かんがえてほしいと思おもう。

    Ενοχλούμαι πάντα από την εγωκεντρική του συμπεριφορά και εύχομαι να σκεφτόταν λίγο περισσότερο τους άλλους.