自じ動どう車しゃ専せん用よう道どう路ろ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοκινητόδρομος, οδός ταχείας κυκλοφορίας, αυτοκινητόδρομος ελεγχόμενης πρόσβασης