がく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοδιδασκαλία, μάθηση με δικά σου μέσα, μελέτη χωρίς δάσκαλο
  2. 02 συντομογραφία σχολή οδηγών

Κλίση

Παρόν (απλό)
自学する
Παρόν (ευγενικό)
自学します
Άρνηση (απλή)
自学しない
Άρνηση (ευγενική)
自学しません
Παρελθόν (απλό)
自学した
Παρελθόν (ευγενικό)
自学しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自学しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自学しませんでした
Τε-μορφή
自学して
Δυνητική
自学できる
Προστακτική
自学しろ
Βουλητική
自学しよう
Υποθετική (ば)
自学すれば