まんぞく

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αυτοϊκανοποίηση, αυταρέσκεια, αυτάρκεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
自己満足する
Παρόν (ευγενικό)
自己満足します
Άρνηση (απλή)
自己満足しない
Άρνηση (ευγενική)
自己満足しません
Παρελθόν (απλό)
自己満足した
Παρελθόν (ευγενικό)
自己満足しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自己満足しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自己満足しませんでした
Τε-μορφή
自己満足して
Δυνητική
自己満足できる
Προστακτική
自己満足しろ
Βουλητική
自己満足しよう
Υποθετική (ば)
自己満足すれば