とうすい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ναρκισσισμός, αυτοσυγκέντρωση, αυτομέθη

Κλίση

Παρόν (απλό)
自己陶酔する
Παρόν (ευγενικό)
自己陶酔します
Άρνηση (απλή)
自己陶酔しない
Άρνηση (ευγενική)
自己陶酔しません
Παρελθόν (απλό)
自己陶酔した
Παρελθόν (ευγενικό)
自己陶酔しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自己陶酔しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自己陶酔しませんでした
Τε-μορφή
自己陶酔して
Δυνητική
自己陶酔できる
Προστακτική
自己陶酔しろ
Βουλητική
自己陶酔しよう
Υποθετική (ば)
自己陶酔すれば