あい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοφροντίδα
  2. 02 αυταγάπη

Κλίση

Παρόν (απλό)
自愛する
Παρόν (ευγενικό)
自愛します
Άρνηση (απλή)
自愛しない
Άρνηση (ευγενική)
自愛しません
Παρελθόν (απλό)
自愛した
Παρελθόν (ευγενικό)
自愛しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自愛しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自愛しませんでした
Τε-μορφή
自愛して
Δυνητική
自愛できる
Προστακτική
自愛しろ
Βουλητική
自愛しよう
Υποθετική (ば)
自愛すれば