かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοεπίπληξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
自戒する
Παρόν (ευγενικό)
自戒します
Άρνηση (απλή)
自戒しない
Άρνηση (ευγενική)
自戒しません
Παρελθόν (απλό)
自戒した
Παρελθόν (ευγενικό)
自戒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自戒しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自戒しませんでした
Τε-μορφή
自戒して
Δυνητική
自戒できる
Προστακτική
自戒しろ
Βουλητική
自戒しよう
Υποθετική (ば)
自戒すれば