えん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοσκηνοθεσία, η συμμετοχή κάποιου ως ηθοποιός στο δικό του έργο ή ταινία

Κλίση

Παρόν (απλό)
自演する
Παρόν (ευγενικό)
自演します
Άρνηση (απλή)
自演しない
Άρνηση (ευγενική)
自演しません
Παρελθόν (απλό)
自演した
Παρελθόν (ευγενικό)
自演しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自演しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自演しませんでした
Τε-μορφή
自演して
Δυνητική
自演できる
Προστακτική
自演しろ
Βουλητική
自演しよう
Υποθετική (ば)
自演すれば