くさものはえがたかる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία οι μύγες μαζεύονται όπου υπάρχει δυσοσμία, τα κακοποιά στοιχεία μαζεύονται μαζί

Κλίση

Παρόν (απλό)
臭い物に蝿がたかる
Παρόν (ευγενικό)
臭い物に蝿がたかります
Άρνηση (απλή)
臭い物に蝿がたからない
Άρνηση (ευγενική)
臭い物に蝿がたかりません
Παρελθόν (απλό)
臭い物に蝿がたかった
Παρελθόν (ευγενικό)
臭い物に蝿がたかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
臭い物に蝿がたからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
臭い物に蝿がたかりませんでした
Τε-μορφή
臭い物に蝿がたかって
Δυνητική
臭い物に蝿がたかれる
Προστακτική
臭い物に蝿がたかれ
Βουλητική
臭い物に蝿がたかろう
Υποθετική (ば)
臭い物に蝿がたかれば