じゃくをもってきょうにあたる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία σπάνιο χρησιμοποιώ την αδυναμία μου για να αντιμετωπίσω την ισχύ του εχθρού

Κλίση

Παρόν (απλό)
至弱をもって至強にあたる
Παρόν (ευγενικό)
至弱をもって至強にあたります
Άρνηση (απλή)
至弱をもって至強にあたらない
Άρνηση (ευγενική)
至弱をもって至強にあたりません
Παρελθόν (απλό)
至弱をもって至強にあたった
Παρελθόν (ευγενικό)
至弱をもって至強にあたりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
至弱をもって至強にあたらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
至弱をもって至強にあたりませんでした
Τε-μορφή
至弱をもって至強にあたって
Δυνητική
至弱をもって至強にあたれる
Προστακτική
至弱をもって至強にあたれ
Βουλητική
至弱をもって至強にあたろう
Υποθετική (ば)
至弱をもって至強にあたれば