きゅう

ουσιαστικό, επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επείγων, άμεσος, πιεστικός, ταχύς
  2. 02 επειγόντως, άμεσα, αμέσως, γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση, το συντομότερο δυνατόν

Παραδείγματα

  • 至急しきゅうてください。

    Έλα αμέσως.

  • そのけんについて、至急しきゅう連絡れんらくいたします。

    Θα σας ενημερώσω άμεσα γι' αυτό το θέμα.

  • 重要じゅうよう情報じょうほうのため、関係者かんけいしゃ皆様みなさまには至急しきゅう確認かくにんいただけますようおねがいいたします。

    Λόγω σημαντικών πληροφοριών, παρακαλούμε όλους τους εμπλεκόμενους να τις επιβεβαιώσουν άμεσα.