致しかねる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αδυνατώ να πράξω, δυσκολεύομαι να κάνω κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 致しかねる
- Παρόν (ευγενικό)
- 致しかねます
- Άρνηση (απλή)
- 致しかねない
- Άρνηση (ευγενική)
- 致しかねません
- Παρελθόν (απλό)
- 致しかねた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 致しかねました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 致しかねなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 致しかねませんでした
- Τε-μορφή
- 致しかねて
- Δυνητική
- 致しかねられる
- Προστακτική
- 致しかねろ
- Βουλητική
- 致しかねよう
- Υποθετική (ば)
- 致しかねれば
- Υποθετική (たら)
- 致しかねたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 致しかねたい
- Απαγορευτική (~な)
- 致しかねるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 致しかねなさい
- Παθητική
- 致しかねられる
- Αιτιατική
- 致しかねさせる