いたかたない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταπεινό δεν υπάρχει άλλος τρόπος
  2. 02 ταπεινό δεν γίνεται αλλιώς, αναπόφευκτος, μοιραίος, δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να γίνει, χωρίς επιλογή
  3. 03 ταπεινό δεν έχει νόημα, άσκοπος, ανώφελος, μάταιος, ανεπαρκής, όχι αρκετός
  4. 04 ταπεινό απελπιστικός, ενοχλητικός, προβληματικός, απαίσιος
  5. 05 ταπεινό δεν αντέχεται, ανυπόφορος, δεν μπορώ να το αποφύγω, πεθαίνω να το κάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
致し方ない
Παρόν (ευγενικό)
致し方ないです
Άρνηση (απλή)
致し方なくない
Άρνηση (ευγενική)
致し方なくないです
Παρελθόν (απλό)
致し方なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
致し方なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
致し方なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
致し方なくなかったです
Τε-μορφή
致し方なくて
Υποθετική (ば)
致し方なければ