ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραίτηση από δημόσιο αξίωμα
  2. 02 ηλικία εβδομήντα ετών

Κλίση

Παρόν (απλό)
致仕する
Παρόν (ευγενικό)
致仕します
Άρνηση (απλή)
致仕しない
Άρνηση (ευγενική)
致仕しません
Παρελθόν (απλό)
致仕した
Παρελθόν (ευγενικό)
致仕しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
致仕しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
致仕しませんでした
Τε-μορφή
致仕して
Δυνητική
致仕できる
Προστακτική
致仕しろ
Βουλητική
致仕しよう
Υποθετική (ば)
致仕すれば