興す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναζωογονώ (π.χ. μια βιομηχανία), τονώνω, ενεργοποιώ, αναβιώνω, προωθώ, καθιστώ ακμάζοντα
- 02 ιδρύω (π.χ. μια εταιρεία), οικοδομώ, στήνω, εγκαινιάζω, ξεκινώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 興す
- Παρόν (ευγενικό)
- 興します
- Άρνηση (απλή)
- 興さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 興しません
- Παρελθόν (απλό)
- 興した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 興しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 興さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 興しませんでした
- Τε-μορφή
- 興して
- Δυνητική
- 興せる
- Προστακτική
- 興せ
- Βουλητική
- 興そう
- Υποθετική (ば)
- 興せば
- Υποθετική (たら)
- 興したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 興したい
- Απαγορευτική (~な)
- 興すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 興しなさい
- Παθητική
- 興される
- Αιτιατική
- 興させる