きょう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ ενδιαφέρον, κεντρίζω το ενδιαφέρον κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
興味を引く
Παρόν (ευγενικό)
興味を引きます
Άρνηση (απλή)
興味を引かない
Άρνηση (ευγενική)
興味を引きません
Παρελθόν (απλό)
興味を引いた
Παρελθόν (ευγενικό)
興味を引きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
興味を引かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
興味を引きませんでした
Τε-μορφή
興味を引いて
Δυνητική
興味を引ける
Προστακτική
興味を引け
Βουλητική
興味を引こう
Υποθετική (ば)
興味を引けば