こうぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προώθηση της βιομηχανίας, ίδρυση μιας νέας βιομηχανικής επιχείρησης

Κλίση

Παρόν (απλό)
興業する
Παρόν (ευγενικό)
興業します
Άρνηση (απλή)
興業しない
Άρνηση (ευγενική)
興業しません
Παρελθόν (απλό)
興業した
Παρελθόν (ευγενικό)
興業しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
興業しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
興業しませんでした
Τε-μορφή
興業して
Δυνητική
興業できる
Προστακτική
興業しろ
Βουλητική
興業しよう
Υποθετική (ば)
興業すれば