舌たるい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 τραυλιστός, ψευδίζων, που μιλάει με παιδιακές εκφράσεις
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 舌たるい
- Παρόν (ευγενικό)
- 舌たるいです
- Άρνηση (απλή)
- 舌たるくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 舌たるくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 舌たるかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 舌たるかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 舌たるくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 舌たるくなかったです
- Τε-μορφή
- 舌たるくて
- Υποθετική (ば)
- 舌たるければ
- Υποθετική (たら)
- 舌たるかったら