舐める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γλείφω, ρουφώ
- 02 γεύομαι, δοκιμάζω
- 03 βιώνω, παθαίνω (ιδιαίτερα μια δυσκολία)
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα υποτιμώ, περιφρονώ, κοροϊδεύω
- 05 γλείφω (για φλόγες), καίω
Παραδείγματα
-
アイスクリームを舐める。
Γλείφω παγωτό.
-
敵を舐めてはいけない。
Μην υποτιμάς τον εχθρό.
-
人生、そんなに甘くない。苦い経験も舐めるものだよ。
Η ζωή δεν είναι τόσο γλυκιά. Θα περάσεις και πικρές εμπειρίες.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 舐める
- Παρόν (ευγενικό)
- 舐めます
- Άρνηση (απλή)
- 舐めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 舐めません
- Παρελθόν (απλό)
- 舐めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 舐めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 舐めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 舐めませんでした
- Τε-μορφή
- 舐めて
- Δυνητική
- 舐められる
- Προστακτική
- 舐めろ
- Βουλητική
- 舐めよう
- Υποθετική (ば)
- 舐めれば
- Υποθετική (たら)
- 舐めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 舐めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 舐めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 舐めなさい
- Παθητική
- 舐められる
- Αιτιατική
- 舐めさせる