舐めプ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συντομογραφία αργκό υποτιμητική χαλάρωση απέναντι σε αντίπαλο (επειδή τον θεωρείς αδύναμο), μη καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 舐めプする
- Παρόν (ευγενικό)
- 舐めプします
- Άρνηση (απλή)
- 舐めプしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 舐めプしません
- Παρελθόν (απλό)
- 舐めプした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 舐めプしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 舐めプしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 舐めプしませんでした
- Τε-μορφή
- 舐めプして
- Δυνητική
- 舐めプできる
- Προστακτική
- 舐めプしろ
- Βουλητική
- 舐めプしよう
- Υποθετική (ば)
- 舐めプすれば
- Υποθετική (たら)
- 舐めプしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 舐めプしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 舐めプするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 舐めプしなさい
- Παθητική
- 舐めプされる
- Αιτιατική
- 舐めプさせる