くす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γλείφω τα πάντα, γλείφω σε όλη την επιφάνεια, γλείφω μέχρι να καθαρίσει
  2. 02 καταπίνω (για φλόγες), καταβροχθίζω (για φωτιά), σαρώνω, καταστρέφω ολοκληρωτικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
舐め尽くす
Παρόν (ευγενικό)
舐め尽くします
Άρνηση (απλή)
舐め尽くさない
Άρνηση (ευγενική)
舐め尽くしません
Παρελθόν (απλό)
舐め尽くした
Παρελθόν (ευγενικό)
舐め尽くしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
舐め尽くさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
舐め尽くしませんでした
Τε-μορφή
舐め尽くして
Δυνητική
舐め尽くせる
Προστακτική
舐め尽くせ
Βουλητική
舐め尽くそう
Υποθετική (ば)
舐め尽くせば